
Συνεχίζω με κάποιες παραθέσεις χωρίων από το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά "Το Πραγματικό και το Φαντασιώδες στην Πολιτική Οικονομία".
Σελ. 27, Κεφ. 3, μέρος α. (Η παραδειγματική ανάλυση του Μαξ Βέμπερ).
... Τέτοιες μορφές θρησκευτικής ηθικής, όταν κυριαρχούν στο κοινωνικό σύνολο, δημιουργούν έναν τύπο ανθρώπου τόσο περισσότερο καθορισμένον, όσο εντονότερος είναι ο νομικός χαρακτήρας της θρησκευτικότητας...
Το γεγονός ότι η σύγχρονη οικονομική θωρία και πρακτική (και ειδικότερα το φαινόμενο της συσσώρευσης του κεφαλαίου και η ορθολογική ανάπτυξη της παραγωγής) γεννήθηκε σε κοινωνικά περιβάλλοντα με έντονο νομικό χαρακτήρα ηθικής θρησκευτικότητας , ήταν μια παρατήρηση που είχε αρχίσει να απασχολεί οικονομολόγους και ιστορικούς, αλλά και ελεύθερους στοχαστές, ήδη από τον 19ο αιώνα. Όμως το αποφασιστικό έναυσμα για εργώδη διεύρυνση αυτών των διερευνήσεων ήταν, οπωσδήποτε, η μελάτη του Μαξ Βέμπερ Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού (πρώτη έκδοση, 1904)...
...Οι μελέτες που προέκυψαν, άμεσα ή έμεσα, από την αφετηριακή πρόκληση του Μαξ Βέμπερ, παρά την ποικιλία και διαφορότητα των απόψεων, συγκλίνουν σε έναν κοινό ερευνητικό στόχο: Να προσδιορισθεί και να κριθεί ο ρόλος που έπεξαν στη διαμόρφωση της οικονομικής συμπεριφοράς του ευρωπαίου ανθρώπου συγκεκριμένες θρησκευτικές παραδόσεις - αυτές που κατά τεκμήριο επηρέασαν αποφασιστικά τις ηθηικές αντιλήψεις, τα αξιολογικά κριτήρια και τις προτεραιότητες ή τους σκοπούς στις επιδιώξεις του καθημερινού βίου των ανθρώπων.
Ο Γιανναράς θα επιχειρήσει μια κριτική προσέγγιση στις διαπιστώσεις σου Βέμπερ, επιχειρώντας να δώσει στην δική του ανατομία ένα μεγαλύτερο βάθος, αφού παραθέσει πρώτα τα βασικά στοιχεία της Βεμπεριανής προσέγγισης:
... Αλλά το ερευνητικό αυτό αντικείμενο, στην προοπτική της σπουδής των ανθρωπολογικών προΎποθέσεων της οικονομίας εμφανίζεται μάλλον περιορισμένο. Αναφαίρεται σε μια φαινομενολογία και πάλι αιτιακών συσχετίσεων ιδεολογίας και πρακτικής. Δεν θέτει το πρόβλημα των ανθρωπολογικών εκείνων παραγόντων που εξασφαλίζουν την επιβίωση συγκεκριμένων μορφών εργασιακής και οικονομικής συμπεριφοράς. Ούτε διευρύνεται η έρευνα στην ενδεχόμενη ιστορική εξέλικτική διαδικασία που οδήγησε στα συγκεκριμένα ιδεολογικά μορφώματα και στις συνακόλουθες ηθικές και αξιολογικές αντιλήψεις...
Η εργασία του Μαξ Βέμπερ είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, προκειμένου να επισημάνει κανείς τους περιορισμούς που δέσμεσαν ως τώρα την έρευνα των ανθρωπολογικών προϋποθέσεων της σύγχρονης οικονομίας. Θα συνοψίσουμε εδώ - με υπερβολική οπωσδήποτε αφαίρεση και σχηματικότητα - τις θέσεις του Μαξ Βέμπερ για τα γενεσιουργά αίτια του καπιταλιστικού φαινομένου, προκειμένου ακριβώς να επισημάνουμε και τα προβλήματα που μένουν αδιερεύνητα.
1. Τα δύο αφετηριακά γνωρίσματα του καπιταλιστικού φαινομένου είναι:
α. Η συσσώρευση του κεφαλαίου - συσσώρευση που δεν αποβλέπει κατ' αρχήν στην αύξηση της καταναλωτικής ευχέρειας, αλλά εμφανίζεται ως παραγωγικός αυτοσκοπός. Η παραγωγή μεθοδεύεται στην προοπτική της σταθερής χρησιμοποίησης ενός τμήματος των εσόδων για τη βελτίωση και αύξηση του πραγματικού κεφαλαίου.
β. Η ορθολογική οργάνωση της παραγωγής, με πρωταρχικό κριτήριο ορθολογικότητας τη μετρητή αποδοτικότητα - η αποτελεσματική μεθόδευση της εργασίας με σκοπό την επίτευξη ενός συναχώς ανανεούμενου κέρδους.
2. Η πρώτη εμφάνιση και των δυο αυτών βασικών γνωρισμάτων του καπιταλιστικού φαινομένου εντοπίζεται γεωγραφικά σε χώρες ή περιοχές με προτεσταντικό κατά πλειοψηφία πληθισμό και ιστορικά στις περόδους ακμής και ισχυρής κοινωνικής επιβολής των μεγάλων ενθουσιαστικών κινημάτων του προτεσταντισμού (17ος - 18ος αιώνας).
3. Η παράλληλη μελέτη των αρχών της προτεσταντικής ηθικής και των βασικών γνωρισμάτων του καπιταλισμού επιτρέπουν μια αιτιακή συσχέτιση ανάμεσα:
α. Στο θηρησκευτικό χρέος και στο οικονομικό κέρδος - στην απαίτηση μετρητής αναταπόκρισης στο θρησκευτικό χρέος και στη μεθοδική επίδίωξη του οικονομικού κέρδους.
β. Στη θρησκευτική άσκηση και στην ατομική εργατικότητα - στον κατηγορικό χαρακτήρα της θείας εντολής, για την άσκηση των αρετών, και στην ανάγκη ελέγχου της ανθρώπινης αρετής μέσω της εργασίας.
γ. Στη θρησκευτική σωτηρία και την επαγγελματική επιτυχία - στη μέριμνα για μαι τεκμηριωμένη βεβαιότητ ατομικής σωτηρίας και στην πιστοποίηση της θείας ευλογίας στο επάγγελμα μέσω της αύξησης του κεφαλαίου.
4. Τα δεδομένα που επιτρέπουν τις παραπάνω συσχετίσεις αναλύονται στα δυο ακόλουθα βασικά χαραρακτηριστικά του προτεσταντισμού:
α. Η θρησκευτική σωτηρία είναι ατομικό αποκλειστικά κατόρθωμα, αφού έχει απορριφθεί η μεσολάβηση τόσο του ιερατείου (κλήρου) όσο και των εκκλησιαστικών μυστηρίων.
β. Το άτομο εξασφαλίζει την βεβαιότητα της σωτηρίας με μετρητό έλεγχο της εκπλήρωσης του θρησκευτικού του χρέους.
γ. Μετρητή αποτελεσματικότητα έχουν μόνο οι εγκόσμιες προσπάθειες του ατόμου, αυτές αποδείχνουν την ατομική πίστη και ατομική αρετή - η δυνατότητα μυστηριακής "διείδυσης" του θείου στην ψυχή αποκλείεται λόγω της απόλυτης υπερβατικότητας του θεού. Έτσι η πρόσβαση στη σωτηρία εμφανίζεται ως συνάρτηση ενός ειδικά διαμορφωμένου τύπου κοινωνικής και ειδικότερα επαγγελματικής-εργασιακής συμπεριφοράς.
5. Στο χώρο της εργασιακής επαγγελματικής συμπεριφοράς η θεία εντολή για την άσκηση των αρετών κατανοείται ως μετρητή πιστότητα σε συγκριμένο χρέος (της εργατικότητας, της συνέπειας, της μη σπατάλης, κλπ.). Με τον τονισμό της μεθόδου για την εκπλήρωση του χρέους, η σωτηρία γίνεται αντικείμενο ορθολογικής ανθρώπινης δραστηριότητας. Δραστηριότητας που έχει τη μορφή εγκόσμιου ασκητισμού, ολοκληρωτικής οργάνωσης του βίου με βάση την ορθολογική "τάξη" και συνεπή ανταπόκριση σε συγκεκριμένα κίνητρα. Ο πιστός καταχωρίζει καθημερινά σε ημερολόγιο αμαρτίες, πειρασμούς και προόδους - η αγιοποίηση της ζωής παίρνει λογιστικό χαρακτήρα επιχείρησης.
6. Στον χώρο της επαγγελματικής-εργασικής συμπεριφοράς συγκλίνουν οι δυνατότητες αντικειμενικού-μετρητού ελέγχου όχι μόνο της ατομικής αποδοτικότητας στην εκπλήρωση του χρέους, αλλά και της θείας χάρης-ευλογίας που βεβαιώνει τη σωτηρία του ατόμου. Κριτήριο γι αυτό τον έλεγχο είναι η ορατή και μετρητή επαγγελματική επιτυχία, δηλαδή το κέρδος. Το κέρδος διαστέλλεται από την καταναλωτική σκοπιμότητα, αυτονομείται ως επιδίωξη, είναι η ορατή βεβαίωση της ευλογίας του Θεού και της αρευής του ανθρώπου. Η αποταμίευση των κερδών, δηλαδή η συσσώρευση κεφαλαίου, σημαίνει μεγιστοποίηση της βεβαιότητας για τη σωτηρία. Και κάθε νέα ευκαιρία κέρδους είναι απόδειξη της συνεχιζόμενης θείας εύνοιας και χάρης, αλλά και πρόκληση πληρέστερης (ορθολογικότερης) ανταπόκρισης στο χρέος της εργατικότητας.
Στο βιβλίο παρατίθενται τέσσερα ακόμη σημεία (συνολικά δηλαδή δέκα) όσο αφορά την παρουσίαση των κεντρικών εντοπισμών του Βέμπερ - που λόγω χώρου δεν μπορώ να επαναλάβω εδώ - πιστεύοντας ότι η ιεράρχηση που ακολούθησε ο συγγραφέας είναι αξιολογική. (Για μια πλήρη επισκόπιση του βιβλίου είναι δυνατή η αγορά του).
Στη συνέχεια ο συγγραφέας στο κεφάλαιο β. θα επιχειρεί να καταδείξει "Τα κενά του παραδείγματος Βέμπερ", σύμφωνα με τον τίτλο, κάνοντας αναφορά σε 13 σημεία, τα οποία στη συνέχεια προσπαθώ να συμπτύξω. Όσο αφορά τον πυρήνα της, η αντιρρητική του Γιανναρά απέναντι συον Βέμπερ συνίσταται σε μια διεύρυνση των συμπερασμάτων, που εξήγαγε ο δεύτερος από τη σφαίρα της ηθικής, στη σφαίρα της οντολογίας. Εκεί εστιάζεται εξάλλου μόνιμα η κριτική του Χρήστου Γιανναρά, όσο αφορά τον λεγόμενο Δυτικό πολιτισμό.
Σελίδα 41
... Στην προοπτική αυτή η ορθολογική οργάνωση της παραγωγής που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη οικονομία δεν έχει πάλι τις ρίζες της στον προτεσταντισμό, αφού η συνολιοκή θρησκευτική (τουλάχιστον) διαφοροποίηση της ευρωπαϊκής Δύσης θεμελιώθηκε (ήδη από την εποχή του Αυγουστίνου, αλλά κυρίως με τον σχολαστικισμό) στην αυτονόμηση και ορθολογική οργάνωση της παραγωγής των σημαινόντων του λόγου άσχετα με την εμπειρία των σημαινομένων...
... Η αυτονόμηση της αξίας των ατομικών πράξεων ή ατομικών χαρακτήρων (και η συνακόλουθη αυτονόμηση της εργασίας, των προϊόντων της εργασίας και του χρήματος, ως μέτρου της τιμής των αξιών) είναι μάλλον φανερό ότι προκύπτει από μια νομική (αντικειμενοποιημένη, πάγια και μετρητή) εκδοχή των ανθρώπινων σχέσεων...
... Αυτή η εκνομικευμένη ηθική είναι κοινή τόσο στον προτεσταντισμό όσο και στον ρωμαιοκαθολικισμό, αλλά και στα αθεϊστικά ή αδιάφορα για τη θρησκεία ρεύματα της Ευρώπης - συγκροτεί την πραγματική αφετηρία των ηθικών αντιλήψεων του δυτικοευρωπαίου ανθρώπου και υπαγορεύει τα κριτήρια της κοινωνικής (και ειδικότερα της εργασιακής-οικονομικής) συμπεριφοράς του...
... Η εκνομίκευση της ηθικής φαίνεται να προκύπτει και αυτή από την ανάγκη "αντικειμενικότητας" στη γνώση, γι αυτό η δυναμική της ετερότητας των σχέσεων υποκαθίσταται από τον αντικειμενικό καθορισμό (και την αξιολόγηση) των παραγόντων ή προϊντων της σχέσης. Είναι η ίδια στάση που θεμελιώνει και τη μηχανιστική θεώρηση της πραγματικότητας, ως συνόλου οντοτήτων, αρθρωμένων με βάση σταθερούς νόμους και αρχές ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΟΥ συσχετισμού...
... Οι ηθικές λοιπόν αντιλήψεις μοιάζουν να εξαρτώνται από τη συλλογική-καθολοκή βεβαότητα για το τι είναι πραγματικό και τι φαντασιώδες (πλασματικό υποκατάστατο του πραγματικού)...
... Μέσα από τις ενδείξεις των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν διαφαίνεται ένα πρωταρχικότερο ενδεχόμενο που πρέπει να διερευνηθεί: Το ενδεχόμενο να εκφράζεται στην πραγματικότητα της οικονομικής συμπεριφοράς και των συνακόλουθων δομών και θεσμών του οικονομικού βίου καταρχήν μια ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ και οχι καταρχήν μια ΗΘΙΚΗ: Η στάση ζωής του ανθρώπου των δυτικοευρωπαϊκού τύπου κοινωνιών μοιάζει να διαμορφώθηκε και να εξακολουθεί να διαμορφώνεται από μιαν άλλη αντίηψη της πραγματικότητας ως συνόλου αντι/κείμενων οντοτήτων, που αυτονομούνται από τη γνωστική εμπειρία της σχέσης με το υποκείμενο και μεταβάλλονται σε σημασίες άσχετες με την πραγματική τους υπόστυαση, ΣΕ ΑΞΙΕΣ ΜΕ ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΧΡΗΣΤΙΚΗ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ.
Οι φίλοι ΄και φίλες που έχουν παρακολουθήσει με μια κάποια συνέχεια τα γραφόμενά μου, ίσως κατανόησαν ήδη τα σημεία που διαφωνώ με την ανάλυση του Χρήστου Γιανναρά.
Αναμφίβολα στον Μαξ Βέμπερ οφείλουμε τον ριζοσπαστικό εντοπισμό του καθοριστικού ρόλου της θρησκείας όσο αφορά την ανάπτυξη του καιφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Ο Χρήστος Γιανναράς πολύ επιτυχώς αποκαθιστά τις πραγματικές συνέπειες του εντοπισμού του Βέμπερ. Ο καθοριστικός ρόλος της θρησκείας δεν ανάγεται πρώτιστα στο χώρο της ηθικής - που αποτελεί επακόλουθο - αλλά στη σφαίρα της οντολογίας. Με τη διαφορά ότι η οντολογία αυτή ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ. Δεδομένου ότι αυτοί που στάθηκαν θιασώτες του ορθολογισμού και της αθεΐας κατά την περίοδο του διαφωτισμού (στον οποίον εστιάζει ο Γιανναράς την κριτική του στη συνέχεια του βιβλίου) ήταν βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι, συνασπισμένοι κύρια στην ελευθεροτεκτονική στοά "Φιλαλήθης" στο Παρίσι. Αυτοί παρά τις εξαγγελίες τους, ως φανατικοί αποκρυφιστές, ουδόλως πίστευαν στον ορθολογισμό. Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙ ΑΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ, αλλά όπως έχω αναπτύξει σε άλλες αναρτήσεις η ΔΥΑΡΧΙΑ.
Δεν αποσκοπώ να αμφισβητήσω τον ρόλο του ορθολογισμού στη συγκρότηση των αντίστοιχων δομών. Όμως και αυτός αποτέλεσε σκόπιμο επακόλουθο και όχι το πρωταρχικό φαινόμενο.
Οι αποκρυφιστές - οπαδοί διαφόρων θρησκειών που συγκεράζονται στην οντολογία της διαρχίας, δεν έκρυψαν εξάλλου τον καθοριστικό ρόλο που παίζουν στην ανάπτυξη της οικονομίας. Έτσι έχουν γεμίσει στην κυριολεξία τα χαρτονομίσματα με τα σύμβολά τους. Όπως το έμβλημα του Τάγματος των Πεφωτισμένων της Βαυαρίας (η πυραμίδα με το τρίγωνο και το μάτι) απάνω στο δολλάριο, ή οι πεντάλφες, οι μυητικές θύρες και οι καμάρες επάνω στα Ευρώ.
Στο ζήτημα της δυαρχίας αποδίδω καθοριστικό ρόλο όσο αφορά την ιστορία και την γενικότερη πορεία του ανθρώπου. Κατά καιρούς έχω επιχειρήσει κάποιες αναφορές με θρησκειολογικό περιεχόμενο, οι οποίες όμως είχαν ευκαιριακό χαρακτήρα, γιατί η αφετηρία τους ήταν άλλη. Το ζήτημα μιας εμπεριστατωμένης προσπάθειας για μια συστηματική πραγματεία του θέματος παραμένει ανοικτό. Η ενασχόληση άλλωστε με παράπλευρα θέματα συμβάλει σε μια πιο ολοκληρωμένη θεώρηση, όποτε επιχειρηθεί να ανοίξει η αντίστοιχη προβληματική και συζήτηση.
Ας αναφερθεί μεταξύ των άλλων - επειδή ακριβώς ο Χρήστος Γιανναράς, κάνει μνεία στο βιβλίο του στον Γερμανό οικονομολόγο Werner Sombart - ο οποίος ασχολήθηκε με πρωτότυπο τρόπο με τις τράπεζες, ότι το σύστημα στο οποίο σήμερα ζούμε δεν είναι καπιταλισμός, τουλάχιστον με την κλασσική έννοια. Πρόκειται περισσότερο για σύστημα της πλήρους κυριαρχίας των τραπεζών. Οι μηχανισμοί βέβαια που ίσχυαν για τον κεφαλαικρατικό τρόπο παραγωγής, δεν έχουν τεθεί κατ' αρχήν εκτός λειτουργίας. Αυτά όμως που εντόπισαν ο Ρικάρντο, ο Άνταμ Σμιθ και ο Μαρξ δεν επαρκούν για να γίνει στοιχειωδώς κατανοητή η λειτουργία του οικονομικού συστήματος στην εποχή μας. Πέρα από την ορθότητα ή μη αυτών των θεωριών, έχουν υπεισέλθει πολλοί νέοι παράγοντες, που πρέπει να αναλυθούν, να αξιολογηθούν και να συστηματοποιηθούν.
Ειδικά από θρησκειολογικής πλευράς, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το βιβλίο του Werner Sombart "Die rolle der juden im Wirtschaftsleben" (Ο ρόλος των Εβραίων στην οικονομική ζωή) το οποίο δεν γνωρίζω εάν υπάρχει μεταφρασμένο στα Ελληνικά ή αγγλικά. Η πρόσβασή του στις βιβλιοθήκες ήταν σχετικά δύσκολη, γεγονός που δείχνει ότι πρόκειται για βιβλίο που επιδιώκεται να αποσιωπηθεί. Ο Sombart εντοπίζει τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιξαν οι Εβραίοι στη δημιουργία των χρηματιστηρίων και των τραπεζών γενικότερα. Πρόκειται πράγματι για ένα θέμα που αξίζει συγκεκριμένη ιστορική μελέτη. Ενώ οι προτεστάντες έπεξαν αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία της καφαλαιοκρατίας, οι απόγονοι των Φαρισαίων (όσο αφορά τους Εβραίους έχω κάνει στο παρελθόν αναφορά σε κάποιες διαφοροποιήσεις) έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία των τραπεζών (αλλά και τη συστηματοποίηση της διαρχίας μέσα στην λεγόμενη αίρεση (που δεν είναι αίρεση) των γνωστικών και τον Εβραϊκό μυστικισμό του μεσαίωνα "Καβαλά".
Το θέμα της αξιολόγησης αυτών που οργάνωσαν την δυαρχία σε οικονομική και κοινωνική πρακτική έχει συγκεκριμένη ιστορική διάσταση. Κάποιες σημαντικές αναφορές γίνονται στη βιβλιογραφία που επισημάνθηκε στο προηγούμενο μέρος. Με αυτή την ιστορική πλευρά της ανάπτυξης των τραπεζών και του τόκου κατά τη διάρκεια της ιστορίας θα ασχοληθεί η σελίδα στο επόμενο μέρος, σε μια προσπάθεια να κατανοηθεί το παιχνίδι που παίζουν οι τράπεζες και κύρια αυτοί που κινούν τα νήματα πίσω τους, ειδικά στη σημερινή φάση της "χρηματοπιστωτικής" κρίσης.




