02 Απριλίου, 2009

OIKOLOΚΡΙΣΗ - ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ



Από τον εξαιρετικό φίλο Νίκο, που μας φροντίζει, έλαβα το κείμενο που ακολουθεί του Γιάννη Σχίζα και την αφίσα για την σημερινή εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου του "ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ ΙΠΤΑΜΕΝΟΣ", με την παράκληση για αναδημοσίευση.
Δυστυχώς, λόγω φόρτου εργασίας, δεν μπόρεσα εχθές να τα αναρτήσω. Με λύπη διαπίστωσα, ότι η εκδήλωση που αναγγέλεται στην αφίσα, θα γίνει σήμερα και έτσι η ανάρτηση γίνεται λίγο αργά. Ζητώ συγνώμη από το Νίκο, ο οποίος έστειλε και άλλη ενδιαφέρουσα θεματολογία, που θα αναρτηθεί σήμερα.
Η σελίδα αυτή είναι υπέρ της πολυφωνίας και θεωρεί καθήκον της - στα πλαίσια βέβαια πάντοτε της σχετικά μικρής της απήχησης και του περιθωριακού της χαρακτήρα - να συνδράμει όλους τους ενδιαφερόμενους της κοινωνικής βάσης, να προβάλουν τα θέματα και τις απόψεις που επιθυμούν. Με την υπόσχεση να αρτούνται εδώ πάντοτε οι επιθυμίες σας, εάν υπάρχει κάτι που είναι επείγον, τηλεφωνειστε μου στο 0049-173-6220384, για να επιταχυνθεί η διακασία.
Ευχαριστώ εγκάρδια τον Νίκο για την αγάπη του.


Τα ζητήματα που θέτει ο Γιάννης Σχίζας στο κείμενο που ακολουθεί είναι αυτά που έχει προτάξει στην προβληματική, που προσπαθεί να αναπτύξει την τρέχουσα περίοδο και αυτή η σελίδα. Με αυτή την έννοια, αυτό το κείμενο πιστεύω ότι θα συμβάλει και στον διάλογο εδώ. Τουλάχιστον στον υποφαινόμενο, αυτό το κείμενο παρέχει αρκετά ερεθίσματα για μια τοποθέτηση.

Και μια διευκρίνηση: Η συζήτηση που άνοιξε πρόσφατα εδώ για την οικολογία, δεν απευθύνεται ενάντια, ούτε πολύ περισσότερο αποσκοπεί να στοχοποιείσει το κόμμα των οικολόγων στην Ελλάδα. Κατ' αρχήν είναι θεωρητική και αφηρημένη.
Τάση είναι να υποστηρίζονται όλες οι ευγενείς πρωτοβουλίες, που έχουν αφετηρία, έστω ως ένα βαθμό, την κοινωνική βάση. Από τη συμμετοχή μου σε διάφορες πρωτοβουλίες και κινήσεις κατά καιρούς, συμβαίνει να γνωριζόμαστε με κάποια στελέχη αυτού του κόμματος. Με κάποια από αυτά μας συνδέουν κοινοί αγώνες. Φυσικά, προσπαθώντας να είμαστε όσο πιο αυστηροί γίνεται πρώτα και κύρια με τον εαυτό μας, δεν υπάρχει πρόθεση να χαριστούμε σε κανένα. Η προσέγγισή μας όμως ωφείλει να είναι πάντοτε θετική. Κατ' αρχήν πιστεύουμε στο καλό που βρίσκεται μέσα στους ανθρώπους και εκεί αρεσκόμαστε να επιμένουμε, ότι πρέπει να οικοδομούμε.



ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΡΑΠΕΥΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ..
Του Γιάννη Σχίζα

Οι οικονομικές κρίσεις δεν θεραπεύουν τις παχύσαρκες οικονομίες του φτασμένου καπιταλισμού. Απλά και μόνο τις δοκιμάζουν ή τις υποβάλλουν σε μια «Ιουράσεια» καταστροφή...

Οι μείζονες και «ενδογενείς» κρίσεις της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας ήταν πάντοτε κρίσεις υπερπαραγωγής. Ακόμη και όταν δεν έπαιρναν την ευδιάκριτη όψη της σώρευσης απούλητων καταναλωτικών αγαθών , οι κρίσεις εκδηλώνονταν με την αδρανοποίηση και υποαπασχόληση του παραγωγικού δυναμικού. Ο Σάμουελσον αναφερόταν στη διαδοχή ανοδικών και καθοδικών οικονομικών φάσεων από το 1795(1), ενώ στη δεκαετία του 1970 οικονομολόγοι όπως οι Μπάραν και Σουϊζυ(2) κατέγραφαν την υποαπασχόληση των παραγωγικών δυνάμεων σε συνθήκες ύφεσης, σε πολλούς τομείς της μεταπολεμικής διεθνούς οικονομίας . Στις ημέρες μας και μόνο στην αμερικανική οικονομία, δεκάδες χιλιάδες κατασχέσεις κατοικιών λόγω μη πληρωμής δόσεων, πιστοποιούν την υστέρηση της αγοραστικής δύναμης ως προς την προσφορά. Σε μια πρόσφατη γελιογραφία της International Herald Tribune , που φιλοξενούσε άρθρο του νομπελίστα οικονομολόγου Κρούγκμαν , τραπεζικοί παράγοντες «στημένοι» έξω από το σπίτι κάποιου ανώνυμου καταναλωτή, τον καλούσαν επίμονα να ξοδέψει(SPEND!).Σημείωνε ο Πωλ Κρούγκμαν : Οι λιανικές πωλήσεις στις ΗΠΑ έπεσαν κατακόρυφα, η ανεργία φτάνει στα επίπεδα υφεσιακής κατάστασης.. «Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι φωνασκίες κατά των κρατικών δαπανών και οι εκκλήσεις για «φορολογική υπευθυνότητα» εξακολουθούν να είναι της μόδας. Σήμερα όμως, η αύξηση των κρατικών δαπανών είναι η ενδεδειγμένη αγωγή».(3) Ανάλογες εξελίξεις διαδραματίζονται στην Ευρώπη, ενώ στην Ελλάδα πρόσφατο δημοσίευμα σε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας. επιβεβαίωνε τις χιλιάδες αδιάθετες κατοικίες και την πτώση της ζήτησης.(4)
Στο προηγούμενο υφεσιακό επεισόδιο στις ΗΠΑ του 2001, ο Τζουλιέτο Κιέζα (5)σημείωνε ότι η ζήτηση ηλεκτρονικών υπολογιστών βρισκόταν στο μισό της παραγωγικής δυναμικότητας, ενώ η ζήτηση αυτοκινήτων αντιστοιχούσε στο 75% της παραγωγής. Το 2001 πάλι, η γερμανική οικονομία σημείωνε μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η ιαπωνική οικονομία προσέφευγε σε απολύσεις και αυτοχειριασμούς παραγωγικών μονάδων και οι οικονομολόγοι μιλούσαν καθαρά περί επανάληψης του υφεσιακού σκηνικού του 1991-1992.
Από το 1929 και εντεύθεν, η αντιμετώπιση των κρίσεων δια μέσου της κρατικής παρέμβασης, υπαγόρευε διάφορες λύσεις. Υπήρχαν οικονομολόγοι που υποστήριζαν ότι ήταν προτιμότερο, αντί της ανεργίας, να απασχολούνται εργάτες στο να σκάβουν λάκκους και στη συνέχεια να τους γεμίζουν(!), με στόχο αφενός να παρέχονται αμοιβές που θα τονώνουν τη ζήτηση και αφετέρου να διατηρείται σε «φόρμα» το εργατικό δυναμικό, εν όψει της παραγωγικής απασχόλησής του στην επόμενη ανοδική φάση! Στη μεταπολεμική περίοδο του «Κράτους Πρόνοιας», η αποδοχή και εμπέδωση των αντικυκλικών πολιτικών ήταν τέτοια ώστε οι προβληματισμοί να αναφέρονται μόνο στο είδος της αντιϋφεσιακής παρέμβασης. Την ίδια περίοδο στην Αμερική, το ερώτημα των δημοκρατικών διανοουμένων «βούτυρο ή κανόνια», δήλωνε ακριβώς την ανάγκη πρόκρισης μιας αντιϋφεσιακής πολιτικής υπέρ της λαϊκής κατανάλωσης και εις βάρος της πολιτικής των στρατιωτικών επεμβάσεων.
Οι πόλεμοι αποτέλεσαν μια «εναλλακτική» μέθοδο διοχέτευσης του παραγωγικού δυναμικού και στήριξης της παραπαίουσας καπιταλιστικής οικονομίας. Η Γερμανία βγήκε από το παραγωγικό τέλμα της δεκαετίας του 1920 μόνο μετά τους εξοπλισμούς του 1933-36, η Αμερική «καθάρισε» με την ύφεση του 1938 -39 μόνο όταν μπήκε για τα καλά στον Β Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ ανάλογες «συμπτώσεις» υφεσιακών καταστάσεων και πολεμικών εμπλοκών παρατηρήθηκαν το 1966 με το Βιετνάμ, το 1991 με τον πόλεμο «του Κόλπου» και το 2003 με το Ιράκ. Η κερδοσκοπία που είχε ως βάση όχι ενυπόθηκα δάνεια κατοικίας αλλά προϊόντα της βαριάς πολεμικής βιομηχανίας και ανθρώπινους θανάτους, είχε τη «χάρη» του «καπιταλισμού της συμφοράς», αλλά όχι και το όνομα.: Αυτό το απέκτησε μετά τον όλεθρο από το Τσουνάμι στη νοτιοανατολική Ασία τον Δεκέμβριο του 2004 , όταν οι επιχειρηματίες έσπευδαν να επωφεληθούν της καταστροφής εξαγοράζοντας ο,τιδήποτε έκριναν ως μελλοντικά επικερδές …..

ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΠΑΧΥΣΑΡΚΗ ΔΕΝ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ…..

Οι κρίσεις είναι αποτελέσματα της υπερεπένδυσης που οδηγεί στην υπερπαραγωγή. Η υπερεπένδυση προέρχεται από την υπερεκμετάλλευση των μισθωτών και συνδυάζεται με την υστέρηση της «συνολικής κατανάλωσης» τελικών καταναλωτικών αγαθών σε σχέση με την συνολική παραγωγή. Η έννοια της «συνολικής κατανάλωσης» περιλαμβάνει αφενός την «κατανάλωση των καταναλωτών» - δηλαδή την κατανάλωση εκείνων των κοινωνικών ομάδων που δεν έχουν την αντικειμενική δυνατότητα ή την διάθεση να επενδύσουν - και αφετέρου την «κατανάλωση των επενδυτών», δηλαδή την κατανάλωση των εύπορων τάξεων που ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητες και επανεπενδύουν μέρος του εισοδήματός των.
Στην ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου και υπό την πίεση του ανταγωνισμού, οι επενδυτές τείνουν στην αύξηση των επενδύσεών τους προκαλώντας αύξηση της παραγωγικότητας και παραγωγή μεγαλύτερης κλίμακας . Αντίθετη προς την επενδυτική δραστηριότητα στην οποία επιδίδονται οι «συνήθεις» επενδυτές, είναι η κατανάλωσή τους, που και αυτή υπόκειται σε μια ανταγωνιστική δυναμική : Οι βιλάρες των πλουσίων ανταγωνίζονται τις βίλες των άλλων πλουσίων, τα μεγάλα τζιπ προκαλούν την απάντηση των ακόμη πιο πολυτελών 4Χ4, τα κραυγαλέα και επιδεικτικά πάρτυ προκαλούν τα ακόμη πιο γκλαμουροειδή πάρτυ των άλλων, οι πολυτελείς γαμήλιες τελετές υπαγορεύουν άλλες, ανταγωνιστικές και πολυτελέστερες.Ο πλουτοκρατικός σνομπισμός διαχέεται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα , προκαλεί μια «επανάσταση προσδοκιών»(6), όμως πολύ περισσότερο και από τα νέα καταναλωτικά ήθη επιβάλλει τη σκληρή υπερεργασία των μεσαίων στελεχών και την λυσσώδη διεκδίκηση της επιτυχίας. Το σύστημα δημιουργεί προκλητικές και αντιπεριβαλλοντικές μορφές κατανάλωσης, εκτρέφει τον φετιχισμό του καταναλωτή ως προς ορισμένα προϊόντα και δια μέσου της παραγωγής πολυτελών αγαθών αποδυναμώνει τους τομείς παραγωγής βασικών ειδών - προκαλώντας μέχρι και διατροφικές κρίσεις, υποβάλλοντας την ψευδή ιδεολογία περί μιας απόλυτης στενότητας αγαθών, τη στιγμή που μεγάλο μέρος του παραγωγικού δυναμικού έχει μετασχηματισθεί στα παράλογα και «θεαματικά» αγαθά της πλουτοκρατίας(7). Όμως η αυξανόμενη κατανάλωση των τάξεων που επενδύουν, συν την κατανάλωση των τάξεων που απλώς καταναλώνουν, αδυνατεί από ένα σημείο και πέρα να στοιχηθεί με το παραγωγικό δυναμικό.Αυτό το τελευταίο υπεραναπτύσσεται μέσα από παράλληλες και ανταγωνιστικές τεχνικές καινοτομίες , ενώ από την άλλη πλευρά η ανταγωνιστική φρενίτιδα σε συνδυασμό με την εισαγόμενη «μαύρη εργασία» των μεταναστών, καταβυθίζει το μέσο επίπεδο των διεθνών εργασιακών απολαυών και επιβάλλει εξωφρενικές παρατάσεις του εργάσιμου χρόνου. Δευτερογενής συνέπεια : Οι μισθωτοί δεν διαθέτουν αγοραστική δύναμη για να απορροφήσουν την πρόσθετη παραγωγή, υλοποιώντας αυτό που έβλεπε σαν ανάγκη ο πιονιέρος της αυτοκινητοβιομηχανίας Χένρυ Φορντ - δηλαδή οι εργάτες να έχουν χρήματα για να αγοράσουν τα αυτοκίνητά του! Ακόμη πιο σημαντικό , από μια σκοπιά «ποιότητας ζωής», είναι το γεγονός ότι οι μισθωτοί εκτός από χρήμα δεν διαθέτουν και χρόνο για να προβούν σε ψύχραιμες και ποιοτικές επιλογές, με στόχο την καλύτερη ικανοποίηση των αναγκών τους....
Εάν για μια στιγμή ο πόλεμος αποκλεισθεί ως μέσο αντικυκλικής πολιτικής, τότε θεωρητικά η «τιθάσευση του οικονομικού κύκλου» μπορεί να επέλθει δια μέσου της ανόδου της κατανάλωσης στα επίπεδα του παραγωγικού δυναμικού . Η αύξηση των μισθών και γενικά των εισοδημάτων που κατευθύνονται πρωτίστως στην κατανάλωση και ελάχιστα έως καθόλου στην αποταμίευση – επένδυση, αποτελεί βασική εναλλακτική λύση , που προϋποθέτει συγκεκριμένες πολιτικές του δημόσιου τομέα αλλά και την πίεση των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Στην ίδια «θεραπεία» οδηγεί και η εκτός της αγοράς διανομή εισοδημάτων προς κατανάλωση, φερ’ ειπείν από το Κράτος υπό τη μορφή επιδομάτων και ενισχύσεων, μηδέ των δωροεπιταγών (8) του Τζωρτζ Μπους εξαιρουμένων!
Η κατανάλωση πρέπει να «αρθεί» στο ύψος της τρέχουσας παραγωγής αλλά και του μακροπρόθεσμου παραγωγικού δυναμικού. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η τέτοια συμπεριφορά, που πρέπει να είναι διεθνής ή τουλάχιστον πολυ-εθνική, προσκρούει στη πρακτική συγκεκριμένων κεφαλαιακών συμφερόντων και εθνικών σχηματισμών, που ελπίζουν «να τη βολέψουν» με τη μέθοδο της ακόμη παραπέρα συμπίεσης του εργασιακού κόστους και της όξυνσης του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού. Ακόμη σημαντικό είναι το ότι οι πολιτικοί, «τοις κείνων (χ)ρήμασι πειθόμενοι» , εννοούν ως στήριξη της οικονομίας πρωτίστως την διατήρηση των υπαρκτών επιχειρήσεων και διαρθρώσεων και δευτερευόντως την ενίσχυση της ελλειμματικής καταναλωτικής ζήτησης των φτωχών. Επί πλέον η συμβατική και αγοραία πολιτική, ακόμη και όταν αναγνωρίζει τις επιπτώσεις της ελλειμματικής καταναλωτικής ζήτησης, κάθε άλλο παρά θεωρεί την συγκυρία ως «ευκαιρία» για την αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων προς μια κατεύθυνση ποιότητας ζωής, προστασίας του περιβάλλοντος και βελτίωσης των δημοσίων υποδομών. Η «αβάσταχτη ελαφρότητα» της συμβατικής πολιτικής είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού στα μίντια των τελευταίων εβδομάδων : Κρατικοί παράγοντες, οικονομολόγοι του κατεστημένου και ανανήψαντες ή εν ενεργεία νεοφιλελεύθεροι, ασχολούνται με την «φαινομενολογία» της κρίσης, με τις χρηματοπιστωτικές όψεις της και με την καταρρέουσα επένδυση των επιχειρηματιών, αλλά όχι με την καταρρέουσα ζήτηση σπιτιών, ρούχων, τροφίμων, ιατρικών υπηρεσιών, αναψυχής . Κι ακόμη παρουσιάζουν το υφεσιακό επεισόδιο σχεδόν ως ουρανοκατέβατο, αποφεύγοντας μια ουσιαστική ανάλυση της ελλειμματικής καταναλωτικής ζήτησης των λαϊκών στρωμάτων, που είναι και το υπόβαθρο της οικονομικής αποσταθεροποίησης. Όσον αφορά τη κατηγορία των «προοδευτικών» πολιτικών, αυτοί συνήθως δεν έχουν να πουν τίποτε περισσότερο από «τους λαθεμένους κυβερνητικούς χειρισμούς» και άλλα αντιπολιτευτικά παρόμοια, παραγνωρίζοντας τον χαρακτήρα του οικονομικού κύκλου ως δομικής ιδιότητας του καπιταλισμού : Ως διαδοχής οικονομικών φάσεων αναπόφευκτης , όσο η διαδοχή του καλοκαιριού από το χειμώνα..
Οι κομφορμιστικές και ρηχές προσεγγίσεις περί οικονομικής κρίσης χαρακτηρίζουν ακόμη και περιοχές του πολιτικού φάσματος, που επικρίνουν το ισχύον καταναλωτικό πρότυπο. Παραδείγματος χάρη η πρόσφατη ανακοίνωση των «Οικολόγων Πρασίνων» για την κρίση (9), που ουσιαστικά περιορίζεται σε αιτήματα για τη βελτίωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος , ενώ παράλληλα αλλά παντελώς ασύνδετα με την εξόφθαλμη κατάρρευση της ζήτησης καταναλωτικών προϊόντων, καταθέτει τις «συνήθεις» προτάσεις για ενεργειακή εξοικονόμηση, φορολόγηση των αντιπεριβαλλοντικών δραστηριοτήτων κλπ.
Τον 19ο αιώνα ο Θορνστάϊν Βεμπλέν αναφέρθηκε στην «επιδεικτική κατανάλωση» (conspicuous consumption) της «αργούσας τάξης» της εποχής του(10), σε ένα βιβλίο που ήταν πρωτίστως κοινωνικό ψυχογράφημα και που δεν σχετιζόταν με τα προβλήματα της περιβαλλοντικά καταστρεπτικής κατανάλωσης. Σήμερα η κατανάλωση και για την ακρίβεια ο καταναλωτισμός, ανεξάρτητα από το κατά πόσο είναι επιδεικτικός ή υπάρχει απλώς πέρα από την οπτική εμβέλεια των μέσων πολιτών, θα μπορούσε επάξια να φέρει τον προσδιορισμό της «διεστραμμένης κατανάλωσης». Μέσα σε συνθήκες «πιλοτικής επιρροής» αυτής της βιτσιόζικης και υπερπολυτελούς κατανάλωσης, καθώς ευρύτατα κοινωνικά στρώματα επηρεάζονται από τα μεγαλοαστικά πρότυπα, υπάρχει αναμφισβήτητα ένας πανικός μπροστά στην εξελισσόμενη κρίση. Αρκετοί επικριτές του καταναλωτικού και «σκουπιδογόνου» οργίου παρατηρούν με χαιρεκακία την επερχόμενη «προσγείωση» στη σύνεση και στη λιτότητα, στην πιο έλλογη χρήση της ενέργειας, των μετακινήσεων, των οικοσκευών. Όμως οι κρίσεις δεν θεραπεύουν τις παχύσαρκες οικονομίες του φτασμένου καπιταλισμού : Απλά και μόνο τις υποβάλουν σε μια Ιουράσεια καταστροφή , εξαλείφοντας πολλά «επιχειρηματικά είδη» και καταλήγοντας στην ενίσχυση των ισχυρών και προσαρμοσμένων. Ελλείψει μιας ισχυρής, κοινωνικής και πολιτικής βούλησης υπέρ της ποιότητας ζωής, η υποχρεωτική , διατροφική, ενδυματολογική, ταξιδιωτική, ενεργειακή και κάθε άλλη σύνεση στη διαρκεια της καθοδικής φάσης του οικονομικού κύκλου, αδυνατεί να παγιωθεί ως εναλλακτικός τρόπος ζωής, σε μια σημαντική κοινωνική κλίμακα : Και η επόμενη ανοδική φάση της οικονομίας, απλώς συνεπιφέρει μια διαφορετική ταξική διανομή του όποιου εισοδήματος, με τις όποιες, φιλικές ή εχθρικές προς το περιβάλλον , προδιαγραφές. «Οικολο-λιτότητα», ως μοντέλο ποιότητας της προσωπικής ζωής και συνετής διαχείρισης των φυσικών πόρων, δεν μπορεί να προέλθει από οικονομικούς αυτοματισμούς, δεν μπορεί να είναι το «αυθόρμητο μάθημα» από το «πάθημα» της οικονομικής κρίσης. Η οικολογικοποίηση της κατανάλωσης και κατά συνέπεια της παραγωγής, μπορεί να εκπηγάσει μόνο από την ανάπτυξη της οικολογικής συνείδησης.
Οι οικονομικοί αυτοματισμοί αδυνατούν να επιφέρουν έναν μεγάλης κλίμακας ποιοτικό μετασηματισμό. Παρ’ όλα αυτά η διαμεσολάβηση του «υποκειμενικού παράγοντα» για την πραγματοποίηση κοινωνικών αλλαγών, παραγνωρίζεται συχνότατα από αναλυτές που μελλοντολογούν ασυστόλως, χρησιμοποιώντας «αντικειμενικά δεδομένα» και επικαλούμενοι δυναμικές πέρα από τη σφαίρα της ιδεολογίας. Δεν είναι επομένως παράδοξη η ανάδυση αντιλήψεων παλαιοκομμουνιστικού χαρακτήρα, κοντινές με αυτές που διατύπωνε η Ρόζα Λούξεμπουργκ στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ή ο Στάλιν μερικές δεκαετίες αργότερα, που προανήγγελαν την αυτόματη κατάρρευση του καπιταλισμού ή την παραγωγική στασιμότητά του. «Ο Καπιταλισμός πλησιάζει στο τέλος του»(11), διαβεβαιώνει ο Ιμάνουελ Βαλερστάϊν, στα πλαίσια μιας αβαθούς ανάλυσης , που έτυχε μιας δυσανάλογα μεγάλης δημοσιότητας. Αλλά και ο Αντρέ Γκορζ, επηρεασμένος από ανάλογα ιδεολογήματα περί αντικειμενικών εξελίξεων, ανέθετε σε μια εξωϊδεολογική ειμαρμένη την κοινωνική αλλαγή: Το δοκίμιό του «Οι δρόμοι του παραδείσου» υποτιτλίζεται με μια φράση-ευσεβή πόθο: «Η επιθανάτια αγωνία του κεφαλαίου»...


Η «ΑΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ» ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
Το να αναφέρεται κανείς σε μια «περιβαλλοντικά φιλική» και συνετή κατανάλωση μέσα σε συνθήκες κρίσης, φαίνεται πιθανώς ανάλογο με το να μιλάει για σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου ! Το να υποστηρίζει κανείς ότι «Το ΑΕΠ δεν κάνει την ευτυχία» (12) μπορεί περίφημα να αντιστρέφεται στο γνωμικό ότι «ευτυχία χωρίς ένα κάποιο ΑΕΠ δεν υπάρχει»!
Η κατάρρευση του λιανικού εμπορίου και η υποχώρηση όλων των παραγωγικών κλάδων με δευτερογενείς και τριτογενείς συνέπειες, θέτει προς τους οικολογιζόμενους όλων των αποχρώσεων το ερώτημα : Μήπως η αντιμετώπιση της κρίσης επιβάλλει την προσωρινή ανοχή της «υπαρκτής» κατανάλωσης , έστω κι αν αυτή σε μεγάλο βαθμό συνίσταται από προϊόντα καταστρεπτικά για την ποιότητα της ζωής και του περιβάλλοντος; Μήπως στις σημερινές συνθήκες πρέπει να υπάρξει ένα «οικολογικό μορατόριουμ» στην κριτική ενάντια στην ανορθολογική χρήση ιδιωτικών μεταφορικών μέσων, στην οικοδόμηση εξοχικών κατοικιών με ανακτορικές προδιαγραφές, στην υπερβολική κρεοφαγία και πολυφαρμακία , στις ενεργειοβόρες και «σκουπιδογόνες» πρακτικές, γενικώς απέναντι σε όλα τα συμβατικά προϊόντα - μόνο και μόνο γιατί αυτά έχουν το προσόν να παράγουν άμεσα και έμμεσα απασχόληση, να ανοίγουν αγορές και να δημιουργούν κέρδη και εισοδήματα;
Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα μέρος από τη σημερινή κατανάλωση είναι ιδιαίτερα προβληματικό για την ποιότητα ζωής , ενώ επίσης είναι αναντίρρητο ότι σημαντικό μέρος του πληθυσμού βρίσκεται στα όρια της φτώχειας. Όμως μια αντιυφεσιακή πολιτική τόνωσης της ζήτησης θα μπορούσε να λάβει υπόψη την ελλείπουσα ποιότητα των μεν και την ελλείπουσα ποσότητα των δε. Θα μπορούσε να προωθήσει νέου τύπου δράσεις , αντιμετωπίζοντας τα βουλητικά σύνδρομα των πρώτων και τα στερητικά σύνδρομα των δεύτερων. Με αυτό ακριβώς το πνεύμα υπογράμμιζα σε προηγούμενο άρθρο μου (13) τη δυνατότητα μιας άλλης αντικυκλικής πολιτικής, μακριά από τα στερεότυπα της ενίσχυσης κάποιων επιχειρηματιών που παράγουν είδη προβληματικά για την βιόσφαιρα και την ποιότητα ζωής : « Το κράτος θα μπορούσε να «εισάγει» ενεργό ζήτηση στην οικονομία, όχι απλά και μόνο γεμίζοντας τις τσέπες κάποιων αλλά καινοτομώντας στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, των ποιοτικών γεωργικών προϊόντων…. Η επιλεκτική αντιυφεσιακή παρέμβαση θα μπορούσε να στοχεύει σε ένα «μεταϋφεσιακό» σκηνικό πιο πράσινο και οικολογικό».
Οι ιδέες αυτές, άμεσα ή έμμεσα, φαίνεται να απασχολούν ποικίλους διαμορφωτές της κοινής γνώμης .. Παράδειγμα οι απόψεις του διαβόητου χρηματιστηριακού παράγοντα Τζωρτζ Σόρος : Αυτός ο τελευταίος υποστηρίζει σε συνέντευξή του(14) όχι μόνο ότι «η αμερικανική κυβέρνηση οφείλει να υποδαυλίσει τη ζήτηση» αλλά και επί πλέον ότι «το κράτος πρέπει να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων μορφών ζήτησης». Και σαν τέτοιες ο Σόρος εννοεί τις προερχόμενες από την υποστήριξη «ενός δυναμικού κλάδου απορρύπανσης, για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής». Υπογραμμίζει ο Σόρος : «Η μείωση των εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων προϋποθέτει επενδύσεις μεγάλης κλίμακας, που όμως συν τω χρόνω θα λειτουργήσουν ως κινητήρας της οικονομικής ανάπτυξης, αντισταθμίζοντας κατά κάποιο τρόπο τη μειούμενη κατανάλωση». Αλλά και ο Πωλ Κρούγκμαν στο προαναφερθέν άρθρο του, μιλάει σε ανάλογο μήκος κύματος για τις δαπάνες με στόχο την αναβάθμιση των δημοσίων υποδομών, που μπορούν να τονώσουν τη ζήτηση και να δράσουν αντικυκλικά.
Το μεγάλο ζήτημα αυτής της συγκεκριμένης κρίσης που συμπίπτει με την κρίση της βιόσφαιρας, είναι όχι απλά και μόνο να περάσει χωρίς πολέμους, αλλά και να μην ακολουθηθεί από μια πιστή επανάληψη του τρέχοντος, περιβαλλοντοκτόνου μοντέλου, με τη συμβατική παραγωγή και κατανάλωση. Το μεγάλο ζήτημα είναι να αξιοποιηθούν τα διδάγματα της υποχρεωτικής καταναλωτικής σύνεσης και να εμπεδωθούν, από «υποψιασμένους» και μη. Να δειχθεί η οικονομική καταβύθιση που επιφέρει περιοδικά ο «καθαρός καπιταλισμός» χωρίς κρατική παρέμβαση. Να δηλωθεί η αδυναμία του συστήματος να πορεύεται ομαλά, χωρίς εγγενείς ναρκοθετήσεις και σπατάλες. Και γενικώς να μην εισπράξουμε «μία από τα ίδια» στην επόμενη φάση της οικονομικής ανόδου, σε ένα σκηνικό μεγαλύτερης οικονομικής ανάπτυξης….

ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ
1.Πωλ Σάμουελσον, «Οικονομική», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
2.Paul Baran and Paul Sweezy, “Monopoly capital”, wikipedia
3.Paul Krugman, “Let’s get fiscal”, από τον δικτυακό τόπο www.ppol.gr(19.10.2008)
4.Γιάννη Σιώτου, «Έπεσε το κάστρο της ελληνικής οικονομίας», «Καθημερινή» 19.10.2008
5.Γιάννη Σχίζα, «Κρίσεις και ποιότητα ζωής», ΕΠΟΧΗ 29.7.2001
6.Ξενοφών Ζολώτας, «Οικονομική μεγέθυνση και φθίνουσα κοινωνική ευημερία», Έκδοση Τράπεζας της Ελλάδος,
Αθήνα 1981
7.Αντρέ Γκορζ, «Οι δρόμοι του παραδείσου», εκδόσεις Κομμούνα, Αθήνα 1986.
8. Μπάμπης Μιχάλης, «Οι δωροεπιταγές δεν σώζουν τις ΗΠΑ», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 24.8.2008
9. Ανακοίνωση «Οικολόγων Πρασίνων», 20 Οκτωβρίου 2008
10. Thorstein Veblen, “The theory of the leisure class”, Wikipedia και Έρικ Ρολλ, «Ιστορία της οικονομικής σκέψεως», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα
11. Εφημερίδα ΕΠΟΧΗ, συνέντευξη με τον Ιμάνουελ Βαλερστάϊν», 19.10.2008
12.Γιάννη Σχίζα, «Εικονικό ή Πραγματικό, το ΑΕΠ δεν κάνει την ευτυχία», περιοδικό ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ, Οκτώβριος 2006
13.Γιάννη Σχίζα, «Η κρίση θέλει καλοπέραση», ΕΠΟΧΗ 12.10.2008 και «Η υπαρκτή ύφεση και η οικολογία»,
ΕΠΟΧΗ 21.9.2008
14. Τζωρτζ Σόρος, συνέντευξη στο «Νουβέλ Ομπσερβατέρ»,5.10.2008





.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ πετυχημένη εκδήλωση του Γιάννη χθες .Του ευχόμαστε καλή πορεία …είμαστε πάντα μαζί του Nikos

Nikos είπε...

H ΚΡΙΣΗ ΘΕΛΕΙ ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΗ !
Του Γιάννη Σχίζα

Οι μείζονες και ενδογενείς κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος ήταν πάντοτε κρίσεις υπερπαραγωγής. Ακόμη και όταν δεν έπαιρναν την ευδιάκριτη όψη της σώρευσης καταναλωτικών αγαθών πάνω από την «απορροφητική ικανότητα» της αγοράς, οι κρίσεις εκδηλώνονταν με την αδρανοποίηση ενός τεράστιου παραγωγικού δυναμικού. Ο Σάμουελσον αναφερόταν στη διαδοχή ανοδικών και καθοδικών οικονομικών φάσεων από το 1795, ενώ στη δεκαετία του 1970 οικονομολόγοι όπως οι Μπάραν και Σουϊζυ κατέγραφαν την υποαπασχόληση των παραγωγικών δυνάμεων σε συνθήκες ύφεσης, σε πολλούς τομείς της μεταπολεμικής διεθνούς οικονομίας .
Στο προηγούμενο υφεσιακό επεισόδιο στις ΗΠΑ του 2001, ο Τζουλιέτο Κιέζα (Εποχή 22.7.2001)σημείωνε ότι η ζήτηση ηλεκτρονικών υπολογιστών βρισκόταν στο μισό της παραγωγικής δυναμικότητας, ενώ η ζήτηση αυτοκινήτων αντιστοιχούσε στο 75% της παραγωγής. Το 2001 πάλι, η γερμανική οικονομία σημείωνε μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η ιαπωνική οικονομία προσέφευγε σε απολύσεις και αυτοχειριασμούς παραγωγικών μονάδων και οι οικονομολόγοι μιλούσαν καθαρά περί επανάληψης του υφεσιακού σκηνικού του 1991-1992.
Από το 1929 και εντεύθεν, η αντιμετώπιση των κρίσεων δια μέσου της κρατικής παρέμβασης, υπαγόρευε διάφορες απαντήσεις και λύσεις. Υπήρχαν οικονομολόγοι που υποστήριζαν ότι ήταν προτιμότερο, αντί της ανεργίας, να απασχολούνται εργάτες στο να σκάβουν λάκκους και στη συνέχεια να τους γεμίζουν(!), με στόχο αφενός να παρέχονται αμοιβές που θα τονώνουν τη ζήτηση και αφετέρου να διατηρείται σε «φόρμα» το εργατικό δυναμικό, εν όψει της παραγωγικής απασχόλησής του στην επόμενη ανοδική φάση! Στη μεταπολεμική περίοδο του «Κράτους Πρόνοιας», η αποδοχή και εμπέδωση των αντικυκλικών πολιτικών ήταν τέτοια ώστε οι προβληματισμοί να αναφέρονται μόνο στο είδος της αντιϋφεσιακής παρέμβασης. Την ίδια περίοδο στην Αμερική, το ερώτημα των δημοκρατικών διανοουμένων «Βούτυρο ή κανόνια», δήλωνε ακριβώς την ανάγκη πρόκρισης μιας αντιϋφεσιακής πολιτικής υπέρ της λαϊκής κατανάλωσης και εις βάρος μιας πολιτικής στρατιωτικών παρεμβάσεων.
Οι πόλεμοι αποτέλεσαν μια «εναλλακτική» μέθοδο διοχέτευσης του παραγωγικού δυναμικού και στήριξης της παραπαίουσας καπιταλιστικής οικονομίας. Η Γερμανία βγήκε από το παραγωγικό τέλμα της δεκαετίας του 1920 μόνο μετά τους εξοπλισμούς του 1933-36, η Αμερική «καθάρισε» με την ύφεση του 1938 -39 μόνο όταν μπήκε για τα καλά στον Β Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ ανάλογες «συμπτώσεις» υφεσιακών καταστάσεων και πολεμικών εμπλοκών παρατηρήθηκαν το 1966 με το Βιετνάμ, το 1991 με τον πόλεμο «του Κόλπου» και το 2003 με το Ιράκ. Η κερδοσκοπία που είχε ως βάση όχι ενυπόθηκα δάνεια κατοικίας αλλά ανθρώπινους θανάτους, είχε τη «χάρη» του «καπιταλισμού της συμφοράς», αλλά όχι και το όνομα.: Αυτό το απέκτησε μετά τον όλεθρο από το Τσουνάμι στη νοτιοανατολική Ασία του 2005 , όταν οι επιχειρηματίες έσπευδαν να επωφεληθούν της καταστροφής εξαγοράζοντας ο,τιδήποτε έκριναν ως μελλοντικά επικερδές …..

ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΠΑΧΥΣΑΡΚΗ ΔΕΝ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ…..

Οι κρίσεις είναι αποτελέσματα της υπερεπένδυσης, η υπερεπένδυση προέρχεται από την υπερεκμετάλλευση των μισθωτών και από την υστέρηση της συνολικής καταναλωτικής τους ικανότητας σε σχέση με την συνολική παραγωγή. Εάν για μια στιγμή ο πόλεμος αποκλεισθεί ως μέσο αντικυκλικής πολιτικής, τότε η «τιθάσευση του οικονομικού κύκλου» μπορεί να επέλθει δια μέσου της ανόδου της κατανάλωσης στα επίπεδα του παραγωγικού δυναμικού . Η αύξηση των μισθών και γενικά των εισοδημάτων που κατευθύνονται πρωτίστως στην κατανάλωση και ελάχιστα έως καθόλου στην αποταμίευση – επένδυση, οδηγεί στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Στην ίδια «θεραπεία» οδηγεί και η εκτός της αγοράς διανομή εισοδημάτων προς κατανάλωση, φερ’ ειπείν από το Κράτος υπό τη μορφή επιδομάτων και ενισχύσεων, μηδέ των δωροεπιταγών του Τζωρτζ Μπους εξαιρουμένων! Το πρόβλημα όμως είναι ότι η τέτοια συμπεριφορά, που πρέπει να είναι διεθνής ή τουλάχιστον πολυ-εθνική, προσκρούει στη πρακτική συγκεκριμένων κεφαλαιακών συμφερόντων και εθνικών σχηματισμών, που ελπίζουν «να τη βολέψουν» με τη μέθοδο της ακόμη παραπέρα συμπίεσης του εργασιακού κόστους και της όξυνσης του οικονομικού ανταγωνισμού. Ακόμη σημαντικό είναι το ότι οι πολιτικοί, «τοις κείνων (χ)ρήμασι πειθόμενοι» , εννοούν ως στήριξη της οικονομίας πρωτίστως την διατήρηση των υπαρκτών επιχειρήσεων και διαρθρώσεων και δευτερευόντως την ενίσχυση της ελλειμματικής καταναλωτικής ζήτησης. Το φαινόμενο είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού στα μίντια των τελευταίων εβδομάδων : Κρατικοί παράγοντες, οικονομολόγοι του κατεστημένου και θιασώτες της συμβατικής πολιτικής, ασχολούνται με την «φαινομενολογία» της κρίσης, με τις χρηματοπιστωτικές και άλλες ορατές όψεις της, παρουσιάζοντας το υφεσιακό επεισόδιο σχεδόν ως ουρανοκατέβατο και αποφεύγοντας μια ουσιαστική ανάλυση της ελλειμματικής καταναλωτικής ζήτησης. Όσον αφορά τη κατηγορία των «προοδευτικών» πολιτικών, αυτοί συνήθως δεν έχουν να πουν τίποτε περισσότερο από «τους λαθεμένους κυβερνητικούς χειρισμούς» και άλλα αντιπολιτευτικά παρόμοια, παραγνωρίζοντας τον χαρακτήρα του οικονομικού κύκλου ως δομικής ιδιότητας του καπιταλισμού, ως διαδοχής οικονομικών φάσεων αναπόφευκτης όσο η διαδοχή του καλοκαιριού από το χειμώνα….
Οι κοινωνίες της υπερκατανάλωσης και της σπατάλης αντιμετωπίζουν με πανικό την εξελισσόμενη κρίση, ενώ από την άλλη πλευρά οι επικριτές παρατηρούν με χαιρεκακία την «προσγείωση» στη σύνεση και στη λιτότητα. Όμως οι κρίσεις δεν θεραπεύουν τις παχύσαρκες οικονομίες του φτασμένου καπιταλισμού : Η επόμενη ανάκαμψη απλά και μόνο θα συνεπιφέρει μια διαφορετική διανομή του εισοδήματος μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. «Οικολο-λιτότητα», ως μοντέλο ποιότητας της προσωπικής ζωής και συνετής διαχείρισης των φυσικών πόρων, μπορεί να προέλθει μόνο από την ανάπτυξη της οικολογικής συνείδησης και όχι από συγκυριακές καταστάσεις …

Η «ΑΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ» ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
Μήπως η αντιμετώπιση της κρίσης επιβάλλει τον προσωρινό εξαγιασμό της «υπαρκτής» κατανάλωσης , που σε μεγάλο βαθμό συνίσταται από προϊόντα καταστρεπτικά για την ποιότητα της ζωής και του περιβάλλοντος; Μήπως θα πρέπει να υπάρξει ένα «οικολογικό μορατόριουμ» στην κριτική ενάντια στην ανορθολογική κατανάλωση ιδιωτικών μεταφορικών μέσων, στην οικοδόμηση εξοχικών κατοικιών με ανακτορικές προδιαγραφές, στην υπερβολική κρεοφαγία και πολυφαρμακία , στις ενεργειοβόρες και «σκουπιδογόνες» πρακτικές, γενικώς απέναντι σε όλα τα συμβατικά προϊόντα - που έχουν όμως το προσόν να παράγουν άμεσα και έμμεσα απασχόληση, να ανοίγουν αγορές και να δημιουργούν κέρδη και εισοδήματα;
Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα μέρος από τη σημερινή κατανάλωση είναι περιττό, προβληματικό για την ποιότητα ζωής και αγχογόνο, ενώ επίσης είναι αναντίρρητο ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού βρίσκεται στα όρια της φτώχειας. Όμως μια αντιυφεσιακή πολιτική τόνωσης της ζήτησης θα μπορούσε να λάβει υπόψη την ελλείπουσα ποιότητα των μεν και την ελλείπουσα ποσότητα των δε. Θα μπορούσε να προωθήσει νέου τύπου δράσεις , αντιμετωπίζοντας τα βουλητικά σύνδρομα των πρώτων και τα στερητικά σύνδρομα των δεύτερων. Με αυτό ακριβώς το πνεύμα υπογράμμιζα σε προηγούμενο άρθρο * τη δυνατότητα μιας άλλης αντικυκλικής πολιτικής, μακριά από τα στερεότυπα της ενίσχυσης κάποιων επιχειρηματιών που παράγουν είδη προβληματικά για την βιόσφαιρα και την ποιότητα ζωής : « Το κράτος θα μπορούσε να «εισάγει» ενεργό ζήτηση στην οικονομία, όχι απλά και μόνο γεμίζοντας τις τσέπες κάποιων αλλά καινοτομώντας στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, των ποιοτικών γεωργικών προϊόντων…. Η επιλεκτική αντιυφεσιακή παρέμβαση θα μπορούσε να στοχεύει σε ένα «μεταϋφεσιακό» σκηνικό πιο πράσινο και οικολογικό».
Οι ιδέες αυτές φαίνεται πως αρχίζουν να απασχολούν ποικίλους διαμορφωτές της κοινής γνώμης – πέραν διαφόρων αδέξιων αντιγραφέων που θεραπεύουν με λογοκλοπές το προσωπικό τους έλλειμμα δημιουργικότητας. Παράδειγμα οι απόψεις του διαβόητου χρηματιστηριακού παράγοντα Τζωρτζ Σόρος : Αυτός ο τελευταίος υποστηρίζει σε συνέντευξή του στο Νουβέλ Ομπσερβατέρ (5.10.2008) όχι μόνο ότι «η αμερικανική κυβέρνηση οφείλει να υποδαυλίσει τη ζήτηση» αλλά και επί πλέον ότι «το κράτος πρέπει να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων μορφών ζήτησης». Και σαν τέτοιες ο Σόρος εννοεί τις προερχόμενες από την υποστήριξη «ενός δυναμικού κλάδου απορρύπανσης, για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής». Υπογραμμίζει ο Σόρος : «Η μείωση των εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων προϋποθέτει επενδύσεις μεγάλης κλίμακας, που όμως συν τω χρόνω θα λειτουργήσουν ως κινητήρας της οικονομικής ανάπτυξης, αντισταθμίζοντας κατά κάποιο τρόπο τη μειούμενη κατανάλωση».
Το μεγάλο ζήτημα αυτής της συγκεκριμένης κρίσης που συμπίπτει με την κρίση της βιόσφαιρας, είναι όχι απλά και μόνο να παρέλθει χωρίς πολέμους, αλλά και να μην οδηγήσει σε επανάληψη του περιβαλλοντοκτόνου μοντέλου, με τη συμβατική παραγωγή και κατανάλωση.Δηλαδή να μην εισπράξουμε «μία από τα ίδια», σε ένα σκηνικό μεγαλύτερης οικονομικής ανάπτυξης….

* «Η υπαρκτή ύφεση και η οικολογία», ΕΠΟΧΗ 21.9.2008