01 Μαρτίου, 2009

ΠΡΟΣΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ


Λίγοι είναι οι άνθρωποι, που εξακολουθούν να θέτουν το θέμα της αναγκαιότητας για διεξαγωγή επανάστασης σήμερα.
Αυτή η έννοια έχει ταυτιστεί στην συνείδηση των περισσότερων με κάποια συγκεκριμένα ιστορικά στερεότυπα, ή μια νεανική τάση αμφισβήτησης των πάντων, με θολό προσανατολισμό και αδιευκρίνιστη στόχευση.
Αυτοί, που στη σύγχρονοι εποχή δηλώνουν επαναστάτες, αποτελούν μια σπάνια εξαίρεση. Ο όρος εμφανίζεται παρωχημένος, συγκεχυμένος, ρομαντικός. Συχνά προκαλεί το μειδίαμα, ή άλους μορφασμούς ειρωνείας ή απαξίωσης.
Κι όμως. Η κρίση που απειλητικά επεκτείνεται σε όλους τομείς, η βαθμιαία αμφισβήτηση της υλικής μας επιβίωσης, οι τεράστιοι μηχανισμοί ψυχικής και πνευματικής επιβολής που ορθώνονται απειλητικά μπροστά μας, τα αδιέξοδα που έρπουν σε όλους της τομείς της δημόσιας ζωής, του φυσικού περιβάλλοντος, των συνθηκών διαβίωσης, καθώς και το εξάπλωμα των μηχανισμών και των δυνατοτήτων ενός ολοκληρωτικού ελέγχου, επικαιροποιούν άμεσα και ζωτικά την ανάγκη για μια ριζική ρήξη με όλα αυτά. Στην ουσία θέτουν επιτακτικά το ζήτημα της επανάστασης, με την έννοια, ότι η ανάπτυξη του συστήματος αποτελεί σοβαρή απειλή για τους πολίτες. Δεδομένου ότι μια αναπροσαρμογή του, ή βαθμιαία μετατροπή του, δεν είναι δυνατή με την επιβεβλημένη περιθωριοποίηση των πολιτών.
Αλλά και η αλλοτρίωση και το αδιέξοδο που έχει περιέλθει η ίδια αυτή έννοια απαιτεί μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση.

Χωρίς φόβο και πάθος, θα πρέπει να ταξινομήσουμε και να αξιολογήσουμε τις εμπειρίες γύρω από το θέμα αυτό, αποκαθαρίζοντας τις αντίστοιχες έννοιες από την οξείδωση που έχουν υποστεί, σε μια προσπάθεια μιας επαναοριοθέτησης πριν απ' όλα των ίδιων των όρων και στη συνέχεια της στόχευσης, που μπορούν αυτοί να υπηρετούσουν. Με εκκίνηση την αναγκαιότητα για λήψη συγκεκριμένων μέτρων στην κατεύθυνση της επαναδιατύπωσης μιας σοβαρής και αξιοπρεπούς επαναστατικής πρότασης, είναι σκόπιμο να στηριχθούμε στην ανάπτυξη της παραγωγικής προβληματικής, που έχει προηγηθεί, από πρόσωπα που αφιέρωσαν τη ζωή και το έργο τους σε αυτή την προοπτική.

Ο επαναστατικός λόγος αποτελείται από τρία σκέλη. Το πρώτο αφορά την κριτική της κατάστασης που επικρατεί. Αναλόγως με τον τρόπο που γίνεται αυτή η κριτική και η απορριπτική αξιολόγηση των υπαρχόντων δεδομένων, δομούνται οι στόχοι και τα οράματα, που αποτελούν ένα είδος οριοθέτησης της στρατηγικής. Αυτό είναι το δεύτερο σκέλος μιας επαναστατικής θεωρίας. Το τρίτο σκέλος αφορά την τακτική που είναι σκόπιμο να ακολουθηθεί, για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων.

Η εκπόνηση μιας επαναστατικής θεωρίας με την αντίστοιχη οικοδόμηση μιας επαναστατικής προοπτικής και την ανάπτυξη ενός επαναστατικού κινήματος αποτελεί έργο εξαιρετικά δύσκολο και επίπονο. Από τη στιγμή που η κριτική θεώρηση επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, σε μια εκ βάθρων αμφισβήτηση, το ζητούμενο έχει άμεσο φιλοσοφικό χαρακτήρα, επεκτείνοντας τον προβληματισμό στο σύνολο των επιστημών. Έτσι προϋποθέτει την ύπαρξη φιλοσοφικού οργάνου και σύνολης επιστημολογικής θεώρησης.
Πράγματι, χωρίς την εκπλήρωση των ανωτέρω προϋποθέσεων από την μεριά της αστικής τάξης, δεν θα είχε καταστεί δυνατή η αμφισβήτηση της απολυταρχίας από αυτή. Κατανοώντας δημιουργικά αυτές τις προϋποθέσεις επιχείρησε ο Μαρξισμός να οικοδομήσει και στους δυο αυτούς τομείς, με στόχο την ανάπτυξη επαναστατικής διαδικασίας. Έχοντας μια γραμμική αντίλληψη για την ιστορική εξέλιξη, στηριζόμενη στην έννοια της ανάπτυξης προόδου με την πάροδο του χρόνου, δεν απέρριψε στην ουσία τις αντιλήψεις που εκούσια του κληροδότησε ως νοητικά οικοδομήματα η αστική επανάσταση. Έτσι τον θετικισμό του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης, επιχείρησε να συμπληρώσει - χωρίς να ανατρέψει - με το ερμηνευτικό όργανο του λεγόμενου Διαλεκτικού Υλισμού, για να στήσει το οικδόμημα του "Επιστημονικού Σοσιαλισμού" ως επαναστατικού προθέματος. Πάντοτε στηριζόμενος σε μια εξελικτική αντίληψη, όπου το νέο ώφειλε να βγαίνει μέσα από το παλιό, βελτιώνοντας και εξελίσσοντας το, στα πλαίσια μιας αιτιοκρατούμενης τελεολογίας, που θεώρησε ότι χαρακτηρίζει την ιστορία.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη που ακολούθησε και η εμπειρίες που αποκτήθηκαν από αυτή, έθεσαν στη συνέχεια με οδυνειρό τρόπο το ερώτημα, κατά πόσο το "νέο" που ευαγγελίστηκε ο Μαρξισμός, υπήρξε πράγματι νέο, καθώς και κατά πόσο το κοινωνικό σύστημα που προέκυψε, αποτέλεσε ουσιαστική βελτίωση των δεδομένων, σε σύγκριση με αυτά που προηγήθηκαν και μάλιστα στα πλαίσια μιας γραμμικής εξέλιξης, που εκτός από τις ποσοτικές ζυμώσεις περιείχε και ποιοτικά άλματα ριζικής βελτίωσης.
Αποτελεί νομίζω κοινό τόπο, με εξαίρεση ίσως τους λίγους αρτηριοσκληρωτικά φανατικούς, που επιμένουν να αλοιθορίζουν μποροστά στα ιστορικά δεδομένα, ότι η εξέλιξη ακολούθησε ένα τελείως διαφορετικό δρόμο. Ίσως η φόρμα αυτής της πορείας να είχε κάποια κοινά με την αντίστοιχη θεωρία. Όσο αφορά το περιεχόμενο όμως των εξελίξεων και την ποιότητα των καθεστώτων που προέκυψαν από τα σοσιαλιστικά κινήματα, η ψαλίδα που άνοιξε μεταξύ ευαγγελιζομένου οράματος και τραγικής πραγματικότητας υπήρξε τεράστια.

Η ίδια η πραγματικότητα της ιστορικής εξέλιξης έθεσε την Μαρξιστική θεωρία εκτός των σημερινών επιδιώξεων, που μπορούν να σταθούν απέναντι στις ανθρώπινες προσδοκίες. Για άλλους υπήρξε αυτή η θεωρία ριζικά λαθεμένη, για άλλους απλά πρακτικά ανεφάρμοστη.
Μια εμπεριστατωμένη όμως κριτική στον Μαρξιστική θεωρία, η οποία υπήρξε η κυρίαρχη επαναστατική ιδεολογία για περισσότερο από εκατό χρόνια, δεν μπορεί να γίνει ξεχωριστά από την ιστορική πρακτική. Κατά καιρούς επιχειρήθηκαν βέβαια αρκετές κριτικές αναλύσεις, οι οποίες όμως πάντοτε αποδείχθηκαν αδόκιμες. Είτε με την έννοια, ότι υπήρξαν ανεπαρκείς, όπως η Τροτσκιστική κριτική, είτε αναιρέθηκαν από την ίδια τη ζωή, όπως η Μαοϊκή κριτική, είτε αυτοαινεραίθηκαν σιωπηρά από αυτούς που τις συνέστησαν, χωρίς να επιχειρήσουν αυτοί να δώσουν συνέχεια, συχνά στρέφοντας την προσοχή τους σε άλλα κέντρα βάρους και κετευθύνσεις της έρευνας.
Από αυτή τη διαδικασία προέκυψαν σοβαρά θεωρητικά έργα, που συχνά - όπως είναι φυσικό - είχαν ελλήνική πατρότητα. Όπως το μνημειώδες, αλλά ελάχιστα γνωστό βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου "Η Γέννεση του Ολοκληρωτισμού", καθώς και η "Γραφειοκρατική Κοινωνία" του Κορνήλιου Καστοριάδη. Σημαντικός υπήρξε ο τρόπος προσέγγισης, που ανέπτυξε στο βιβλίο του ο Σαρλ Μπετελλέμ "Ταξικοί Αγώνες στη Ρωσία", όσο αφορά τα πολιτικά δρώμενα στην κομμουνιστική Ρωσία σε σύγκριση με τις βασικές αρχές της μαρξιστικής θεωρίας.
Όσο αξιόλογα και εάν είναι πολλά βιβλία, που επιχείρησαν να ερμηνεύσουν τα δρώμενα στις χώρες που επικράτησαν καθεστώτα με αναφορά στον Μαρξισμό, κανένα από αυτά δεν πετυχαίνει να δώσει μια ουσιαστική και συνεκτική απάντηση στους λόγους της μεγάλης αποτυχίας των "σοσιαλιστικών πειραμάτων" που προηγήθηκαν, σε συνδυασμό με τις θεωρητικές αρχές, που με το ένα ή αλλο τρόπο, τα είχαν σφραγίσει.

Οι πανυνηγυρισμοί των αντιδραστικών απολογητών του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, όπως στην περόπτωση του Φουκουγιάμα στο χαμαιρπές "σύγγραμμα" με τίτλο "Το Τέλος της Ιστορίας", και αυτών που γράφτηκαν μετά την κατάρρευση, ή τη στροφή στην οικονομία της αγοράς των σοσιαλιστικών καθεστώτων, ουδόλως είναι σε θέση να αμφισβητήσουν την κοινή πλέον αντίλληψη, ότι αυτό το σύστημα εξελίσσεται απειλητικά για όλη την ανθρωπότητα και ότι βρίσκεται σε φάση βαθύτατης σήψης και παρακμής.

Βεβαίως όλες οι προοπτικές παραμένουν μετέωρες, όσο δεν πραγματώνεται μια εμπεριστατωμένη και υπεύθυνη κριτική στα όσα συνέβησαν. Όσο δεν εκπληρώνεται δηλαδή αυτό που εντοπίστηκε προηγουμένως, ως πρώτο σκέλος στην διαμόρφωση μιας νέας επαναστατικής θεωρίας.
Εάν δεν ταφούν οι νεκροί κινδυνεύουν να βρικολακιάσουν. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα και στην περίπτωση της έλλειψης μιας κριτικής επεξεργασίας των δεδομένων των σοσιαλιστικών καθεστώτων που κατέρρευσαν, ή αλλοτριώθηκαν, μέχρι σημείου πλήρους εκτροπής. Η ίδια η ιστορική εμπειρία μας υποχρεώνει να τα κατατάξουμε με την μεριά της αντεπανάστασης, που μια μελλοντική επανάσταση οφείλει να αντιπαρέλθει, άρα μια αντίστοιχη επαναστατική θεωρία οφείλει να αναλύσει με ουσιαστικό και τελεσίδικο τρόπο.
Αυτό αποτελεί ένα από τα πρώτιστα καθήκοντα, που θα κληθούν να εκπληρώσουν όσοι επιδιώκουν την δημιουργία μιας νέας επαναστατικής θεωρίας.

Βεβαίως ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα και πρόκληση στον θεωρητικό τομέα, από την κριτική επεξεργασία της ιστορικής εμπειρίας, αποτελεί το ζητούμενο του οργάνου. Το μέτρο και η μέθοδος ούτως ειπείν, με τα οποία θα καταστεί επιτεύξιμη μια κριτική επεξεργασία του παρελθόντως, ούτως ώστε να εξαχθούν τα απαραίτητα συμπεράσματα, πάνω στα οποία θα δομηθεί η νέα προοπτική.
Αυτή η αναγκαιότητα αποτελεί την πλέον ουσιαστική πρόκληση, την πλέον καθοριστική επιλογή, το σημαντικότερο και ταυτόχρονα το δυσκολότερο των ζητουμένων.
Αυτοί που θα κληθούν να την αντιμετωπίσουν, είναι υποχρέωμένοι να οιμκοδομήσουν ουσιαστικά απάνω στα ερείπια των προηγούμενων θεωρήσεων. Σε αντίθεση με τον Μαρξισμό, που υιοθέτησε το προϋπάρχον θεωρητικό οικοδόμημα στο σύνολο του, το οποίο παρέλαβε ιστορικά από το παρελθόν που αμφισβήτησε, με στόχο να το αναπτύξει και να το εξελίξει, ο επαναστατικός λόγος του μέλλοντος είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει απορριπτικά την αντίστοιχη εμπειρία. Βεβαίως ακόμη πιο δυσχερής γίνεται αυτή η διαδικασία, στο ποσοστό που πρέπει να γίνει μια διαλογή μεταξύ των στοιχείων του θεωρητικού οικοδομήματος που έχει καταρρεύσει. Σε στοιχεία που χαρακτηρίζονται από κάποια αξία και πρέπει να επαναχρησιμοποιηθούν, αφού ίσως υποστούν μια νέα επεξεργασία και στοιχεία που είναι απορριπτέα.
Πρόκειται, με αυτή την έννοια, για μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση.
Ή για μια αναζήτηση στους δρόμους του λαβύρινθου. Για μια πορεία, που ούτε το σημείο εκκίνησης, ουτε το τέρμα μπορούν να διακριθούν.
Δεν νομίζω όμως, ότι πρόκειται για μια πορεία στο σκοτάδι. Ήδη τα μεγάλα επαναστατικά πνεύματα της εποχής μας προσπάθησαν να εντοπίσουν τον μήτο. Με αυτή την έννοια δεν είναι τυχαίο, ότι ο Κορνήλιος Καστοριάδης, με πλήρη συνείδηση αυτής της πρόκλησης, τιτλοφόρησε το τελευταίο μεγάλο του θεωρητικό πόνημα "Οι Δρόμοι Του Λαβύρινθου". Σε μια προσπάθεια να παραδώσει τη σκυτάλη του οράματος σε μια γενιά νέων επαναστατών. Βεβαίως υπάρχει επίσεις πληθώρα μελετών, που επιχειρούν να διεισδήσουν στα δεδομένα της ιστορικής εμπειρίας με επιτυχή τρόπο και αποτελούν ισχυρή βάση για ανάπτυξη της προβληματικής και οικοδόμηση της θεωρίας. Το ζητούμενο είναι, σε μια εποχή, που προωθείται μια υπέπροσφορά πληροφοριών, να γίνει η επιλογή των κάτάλληλων ψηφίδων, με τις οποίες θα σταθεί δυνατόν να φτειαχτεί το περίγραμμα ενός μελλοντικού οράματος. Η σύνδεσή του και η αμοιβαία επίδραση του με τις πρακτικές παρεμβάσεις που μένει να γίνουν, θα πρέπει να ενεργοποιήσουν τη ζωντανή διαδικασία της ανάπτυξης ενός επαναστατικού κινήματος.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχουν ευαισθησίες και θα παίρνονται πρωτοβουλίες για την δημιουργία οραμάτων, με στόχο μια καλύτερη ζωή, που να αρμόζει στις πραγματικές δυνατότητες του ανθρώπου.
Το μέλλον της ανθρωπότητας δεν είναι η συντήρηση του παρωχημένου, αλλά η γέννεση του νέου. Μέσα σε συνθήκες πλήρους σήψεως, αυτό δεν μπορεί παρά να έχει ανατρεπτικό χαρακτήρα. Βεβαίως ανοιχτό παραμένει το ζήτημα, σχετικά με το ποιο είναι αυτό, που πρέπει να ανατραπεί και με ποιό τρόπο.
Τις σκέψεις μου πάνω σε αυτό το ζήτημα θα προσπαθήσω να εκθέσω στο δεύτερο μέρος αυτής της αναφοράς.
Με την πίστη ότι παραμένει πάντοτε επίκαιρος ο στίχος του Οδυσσέα Ελύτη:
ΖΗΤΩ Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ

2 σχόλια:

(Α)θανάσης είπε...

Πιο σωστά, "βλέπω την διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών".

Μπράβο για όλα, και το συγκεκριμένο άρθρο φυσικά.

Επανάσταση; Δες τον Εξορκιστή ΙΙ, με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, και πρόσεξε την αναφορά στον τρόπο που οι ακρίδες μετατρέπονται σε μάστιγα. Έτσι γίνονται οι (πραγματικές) επαναστάσεις, ένθεν κακείθεν...

ο νοών...νοείτω είπε...

Πόσο δίκιο έχεις στην αρχή που τονίζεις την ταύτιση τηε έννοιας με στερεότυπα αλλά και πόσο παρωχημένος συγκεχυμένος και ρομαντικός ακούγεται σαν όρος σήμερα.
Δεν σου κρύβω ότι και εγώ μέχρι πριν λίγα χρόνια αρνούμην την εκδήλωση της επαναστατικής μου φύσης μήπως και με ταυτίσουν με κάποιο χώρο και με παρεξηγήσουν.
Αλλά δυστυχώε βλέπεις ότι προκειμένου να αλλοτριώσουν τον άνθρωπο, έντεχνα κατέφυγαν πρώτα στο υποσεινήδητό του και κατόπιν επιτέθηκαν στην συνείδησή του.
Έρχεται όμως κάποια στιγμή που το υποσεινήδητο ξεσκαρτάρει τα περιττά και αρχίζει και θυμάται.